"Εγώ ειμί ο ποιμήν ο καλός.Ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων. (Ιωάν. κεφ. ι΄στοιχ.11)"

menu

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

«Καὶ εἶπε, νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι. Καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν» - Ορθόδοξος Τύπος

Print Friendly and PDF Print Print Friendly and PDF PDF

  Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ μᾶς παρουσιάζει μία θλιβερὴ καὶ δυσάρεστη εἰκόνα, μία νεκρικὴ πομπή, ποὺ συνόδευε ἕνα νεκρό, νεαρὸ σὲ ἡλικία. Καὶ ἡ πιὸ τραγικὴ μορφὴ ἦταν ἡ χήρα μητέρα του, ποὺ θρηνοῦσε τὴν ἀπώλεια τοῦ μονάκριβου παιδιοῦ της. Πολλοὶ κάτοικοι τῆς πόλεως Ναῒν συνόδευαν τὴν χήρα μητέρα καὶ τὸν νεκρό της υἱὸ προσπαθώντας νὰ συμπαρασταθοῦν, ἀλλὰ καὶ ἀνήμποροι νὰ ἀντιδράσουν ἐμπρὸς στὸ τελεσίδικο γεγονὸς τοῦ θανάτου.
  Αὐτὴν τὴν νεκρικὴ πομπὴ συναντᾶ μία ἄλλη συνοδεία, αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν μαθητῶν Του. Ὁ Χριστός, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ζωῆς, συναντᾶ τὸν πονεμένο ἄνθρωπο, ποὺ ἐμπρὸς στὸν θάνατο αἰσθάνεται ἀνίσχυρος. Ὁ πόνος καὶ ἡ θλίψη, ποὺ προξενοῦν στὸν ἄνθρωπο ἡ ἀπώλεια τοῦ θανάτου, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς παρακοῆς καὶ τῆς πτώσεως τῶν Πρωτοπλάστων, συνοδεύουν τὴν ἀνθρωπότητα καὶ καταλήγουν στὴν φθορὰ καὶ τὸν θάνατο. Μέχρι πρὶν τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, ὁ θάνατος ἀντιμετωπιζόταν ὡς τὸ ἀναπόφευκτο τέλος τῆς ἀνθρώπινης ὑποστάσεως, κάτι ποὺ γέμιζε τὸν ἄνθρωπο μὲ φόβο, ἄγχος καὶ ἀπελπισία.
  Ὅμως, μὲ τὴν Ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, τὴν θυσία Του πάνω στὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, πλέον ἡ ἐξουσία τοῦ θανάτου πάνω στὸν ἄνθρωπο παύει νὰ ἀποτελεῖ ἕνα ἀπόλυτο γεγονός. Πλέον, μὲ τὴν προοπτικὴ τῆς Ἀναστάσεως, ὁ θάνατος λογίζεται ὡς μία μετάβαση ἀπὸ τὴν ἐπίγειο ζωή πρὸς τὴν αἰωνιότητα. Ὁ νεκρὸς θεωρεῖται ὡς κεκοιμημένος, ποὺ ἀναμένει τὴν τελικὴ Ἀνάσταση τῶν νεκρῶν στὴν Δευτέρα Παρουσία.
  Αὐτὴν τὴν νέα ἀντιμετώπιση τοῦ θανάτου παρέχει ὁ Χριστὸς στοὺς ἀνθρώπους. Ὅταν λοιπὸν συνάντησε τὴν χήρα τῆς Ναΐν, συγκινήθηκε ἀπὸ τὸ δράμα της καὶ φρόντισε νὰ τὴν παρηγορήσει, λέγοντάς της νὰ μὴ κλαίει. Καὶ ἀμέσως ἀνέστησε τὸν νεκρὸν υἱόν της μὲ τρόπο, ποὺ φανέρωνε τὴν θεϊκή Του δύναμη καὶ κυριαρχία ἐπὶ τοῦ θανάτου, καὶ μὲ μία εὐκολία ποὺ νοηματοδοτεῖ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν ὡς μία κατάσταση ἐγέρσεως ἐκ τοῦ ὕπνου.
  Ἐπιτελεῖ ὁ Κύριος τὸ θαῦμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν ἔτσι ἁπλά, μὲ ἕνα Του λόγο, σὰν νὰ ξυπνάει κάποιο κεκοιμημένο. Καὶ σὲ ἀνάλογες περιπτώσεις, ὅπως αὐτὴ τῆς ἐγέρσεως τοῦ Λαζάρου (Ἰω. ια´ 4) ἢ τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου (Λουκ. η´ 52), ὅπου ὁ Κύριος παρηγορεῖ τοὺς θλιμμένους συγγενεῖς λέγοντάς τους ὅτι οἱ ἄνθρωποί τους καθεύδουν, καὶ ὁ Ἴδιος πρόκειται νὰ τοὺς ἐξεγείρει ἐκ τοῦ ὕπνου τοῦ θανάτου.
  Αὐτὴ εἶναι μία σημαντικὴ ἀλλαγὴ στὸν τρόπο, ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἀντιμετωπίζει τὸ ὄντως φοβερὸ μυστήριο τοῦ θανάτου. Πλέον ὁ θάνατος δὲν εἶναι ὁ ἀκατανίκητος ἐχθρός. Ὁ πιστὸς χριστιανὸς ἀντλεῖ δύναμη καὶ ἐλπίδα ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Δὲν φοβᾶται πλέον τὸν θάνατο, ὅταν ζεῖ τὴν ἐν Χριστῷ ζωή. Ἀντιμετωπίζει τὸν θάνατο μὲ γαλήνη καὶ ἠρεμία, ποὺ τοῦ παρέχει ἡ βεβαιότητα τῆς μετὰ θάνατον ζωῆς καὶ τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτὴ ἡ πίστη κάνει τὴν μεγάλη διαφορὰ στὸν τρόπο, ποὺ οἱ πιστοὶ στέκονται ἐμπρὸς στὸν θάνατο. Γιὰ τοὺς χριστιανοὺς ὁ θάνατος δὲν ἀποτελεῖ τὸ τέλος, ἀλλὰ εἶναι μία ἔξοδο ἀπὸ τὴν παροῦσα ἐπίγειο ζωή καὶ μετάβαση στὴν αἰωνιότητα, ὅπου ἐκεῖ ἡ ψυχὴ ἀναμένει νὰ συναντηθεῖ μὲ τοὺς ἄλλους προσφιλεῖς κεκοιμημένους μέχρι τὴν Ἀνάσταση στὴν Δευτέρα Παρουσία. 
  Ἔτσι, ὁ θάνατος ὁδηγεῖ στὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰωνιότητα, ὅπου ὁ ἄνθρωπος θὰ γεύεται τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ὅπως οἱ Πρωτόπλαστοι στὸν Παράδεισο.
  Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συμβουλεύει τοὺς χριστιανούς, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἔχουν τὴν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως, νὰ μὴ λυποῦνται καὶ νὰ θρηνοῦν ὑπερβολικῶς γιὰ τὴν ἀπώλεια τοῦ θανάτου (Α´ Θεσ/νικεῖς δ´ 13-16). Οἱ λόγοι αὐτοὶ ἀποτελοῦν μεγάλη παρηγορία καὶ πνευματικὴ ἐνίσχυση γιὰ τοὺς θλιβομένους καὶ τοὺς πενθοῦντες.
 Τὸ θαῦμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας τῆς Ναῒν προκάλεσε μεγάλη κατάπληξη στοὺς ἀνθρώπους. Ἦταν ὁπωσδήποτε ἕνα ἐξαιρετικὸ γεγονός, ποὺ γέμισε τοὺς παρόντες μὲ αἰσθήματα δέους, ἀλλὰ καὶ δοξολογίας πρὸς τὸν Θεό. Ἐθεώρησαν τὸ γεγονὸς τῆς ἀναστάσεως τοῦ νεκροῦ νέου ὡς σημάδι τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Ἡ ἀρχική τους ἔκπληξη μετετράπη σὲ ἱερὸ δέος γιὰ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ δοξολογία γιὰ τὸ θεϊκὸ μεγαλεῖο. Οἱ εὐαίσθητες ψυχὲς πάντοτε συγκινοῦνται ἀπὸ τὰ σημάδια τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ καὶ καταλαμβάνονται ἀπὸ δέος καὶ ἱερὰ κατάνυξη ἐμπρὸς στὰ μεγαλεῖα καὶ τὰ θαυμάσια τοῦ Θεοῦ.
  Ἀπὸ δικῆς μας πλευρᾶς, ὀφείλουμε νὰ δοξάζουμε τὸν Κύριο γιὰ τὴν βεβαία ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ μᾶς παρέχει, νὰ σκεπτόμαστε τὰ μετὰ θάνατον, τὴν αἰώνιον ζωήν, καὶ νὰ φροντίζουμε νὰ εἴμαστε πνευματικῶς προετοιμασμένοι γιὰ τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου, ποὺ δὲν πρέπει νὰ μᾶς τρομάζει, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ἐνδεχόμενο αἰφνιδίου θανάτου. Πάντοτε νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι, νὰ ζοῦμε ἐν Κυρίῳ, μὲ μετάνοια καὶ ἐξομολόγηση, ὁπότε, ὅποια στιγμὴ μᾶς καλέσει ὁ Κύριος κοντά Του, νὰ πορευθοῦμε τὴν ὁδὸν τοῦ θανάτου, ποὺ μετάγει εἰς τὴν αἰώνιον ζωήν. 

Ἀρχιμανδρίτης π. Κύριλλος Κεφαλόπουλος

Ορθόδοξος Τύπος ,Αριθ Φύλλου 2040,10 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...